Traduzione Greco-Tedesco per "πρόταση"

"πρόταση" traduzione Tedesco

πρόταση
[ˈprotasi]θηλυκό | Femininum, weiblich f

Panoramica di tutte le traduzion

(Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli)

  • Vorschlagαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    πρόταση υποβολή γνώμης
    πρόταση υποβολή γνώμης
  • Antragαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    πρόταση αίτηση
    πρόταση αίτηση
  • Satzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    πρόταση γραμματική | Grammatikγραμμ
    πρόταση γραμματική | Grammatikγραμμ
esempi
  • πρόταση βελτίωσης
    Verbesserungsvorschlagαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    πρόταση βελτίωσης
  • πρόταση γάμου
    Heiratsantragαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    πρόταση γάμου
  • πρόταση μομφής
    Misstrauensantragαρσενικό | Maskulinum, männlich m
    πρόταση μομφής
  • nascondi gli esempimostra più esempi
εξαρτημένη πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
untergeordneter Satzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
εξαρτημένη πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
δευτερεύουσα πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Nebensatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
δευτερεύουσα πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
σύνθετη πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Schachtelsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
σύνθετη πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
κύρια πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Hauptsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
κύρια πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
πυρηνική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Kernsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
πυρηνική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
βασική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Kernsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
βασική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
αναφορική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Relativsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
αναφορική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
υποθετική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Konditionalsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
υποθετική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
ειρηνευτική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Friedensangebotουδέτερο | Neutrum, sächlich n
ειρηνευτική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
συμπερασματική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Folgesatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
συμπερασματική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
συμπληρωματική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Ergänzungssatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
συμπληρωματική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
χρονική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Temporalsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
χρονική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
ερωτηματική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Fragesatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
ερωτηματική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
απαρεμφατική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f
Infinitivsatzαρσενικό | Maskulinum, männlich m
απαρεμφατική πρότασηθηλυκό | Femininum, weiblich f

Ci comunichi la Sua opinione!

Come trova il dizionario online Langenscheidt?

Grazie per la Sua valutazione!

Desidera lasciare un feedback sui nostri dizionari online?

Manca una traduzione, ha notato un errore o desidera farci un complimento? Compili il nostro modulo per il feedback. Il Suo indirizzo e-mail è opzionale e ci serve solo per rispondere alla Sua richiesta secondo la nostra politica sulla privacy.

Veuillez confirmer que vous êtes bien un être humain en cochant cette case.*

*Campi obbligatori

Si prega di compilare i campi contrassegnati.

Grazie per il Suo feedback!

Vieni a farci visita al sito: