„κακός“ κακός [kaˈkos], κακιά/κακή, κακόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Panoramica di tutte le traduzion (Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli) schlecht, schlimm, übel, böse, böswillig schlecht, schlimm κακός γεν κακός γεν übel κακός που αποτελεί πάθημα, ζημιά κακός που αποτελεί πάθημα, ζημιά böse, böswillig κακός άνθρωπος κακός άνθρωπος esempi κακό σκυλί ψόφο δεν έχει οικείο | umgangssprachlichοικ Unkraut vergeht nicht κακό σκυλί ψόφο δεν έχει οικείο | umgangssprachlichοικ κακή αρχήθηλυκό | Femininum, weiblich f Fehlstartαρσενικό | Maskulinum, männlich m κακή αρχήθηλυκό | Femininum, weiblich f κακή διάθεσηθηλυκό | Femininum, weiblich f Verstimmungθηλυκό | Femininum, weiblich f κακή διάθεσηθηλυκό | Femininum, weiblich f κακή διανομήθηλυκό | Femininum, weiblich f ρόλων Fehlbesetzungθηλυκό | Femininum, weiblich f κακή διανομήθηλυκό | Femininum, weiblich f ρόλων κακή διαχείρισηθηλυκό | Femininum, weiblich f Missmanagementουδέτερο | Neutrum, sächlich n κακή διαχείρισηθηλυκό | Femininum, weiblich f κακή σοδειάθηλυκό | Femininum, weiblich f Missernteθηλυκό | Femininum, weiblich f κακή σοδειάθηλυκό | Femininum, weiblich f nascondi gli esempimostra più esempi