Traduzione Greco-Tedesco per "επάγγελμα"
"επάγγελμα" traduzione Tedesco
αντρικό επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Männerberufαρσενικό | Maskulinum, männlich m
αντρικό επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
προτιμώμενο επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Berufswunschαρσενικό | Maskulinum, männlich m
προτιμώμενο επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
κοινωνικό επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Sozialberufαρσενικό | Maskulinum, männlich m
κοινωνικό επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
αρχαιότητα στο επάγγελμα
Dienstalterουδέτερο | Neutrum, sächlich n
αρχαιότητα στο επάγγελμα
ελεύθερο επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Freiberuflichkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
ελεύθερο επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
γυναικείο επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Frauenberufαρσενικό | Maskulinum, männlich m
γυναικείο επάγγελμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n