αυτόματος
[afˈtomatos], αυτόματη, αυτόματοεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adjPanoramica di tutte le traduzion
(Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli)
- automatischαυτόματοςαυτόματος
esempi
- αυτόματη απόψυξηθηλυκό | Femininum, weiblich fAbtauautomatikθηλυκό | Femininum, weiblich f
- αυτόματη διόρθωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f ηλεκτρονικός υπολογιστής | Computerη/υAutokorrekturθηλυκό | Femininum, weiblich f
- αυτόματη έκθεσηθηλυκό | Femininum, weiblich f φωτογραφία | FotografieφωτοBelichtungsautomatikθηλυκό | Femininum, weiblich f
- αυτόματη μετάδοσηθηλυκό | Femininum, weiblich fAutomatikschaltungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- αυτόματη ταμειακή μηχανήθηλυκό | Femininum, weiblich fKassenautomatαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- αυτόματη χρέωσηθηλυκό | Femininum, weiblich f οικονομία | WirtschaftοικονEinzugsverfahrenουδέτερο | Neutrum, sächlich n
- αυτόματο κιβώτιοουδέτερο | Neutrum, sächlich n ταχυτήτωνAutomatikgetriebeουδέτερο | Neutrum, sächlich n
-
- αυτόματο μηχάνημαουδέτερο | Neutrum, sächlich n ανάληψης μετρητώνBankautomatαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- αυτόματο μηχάνημαουδέτερο | Neutrum, sächlich n εισιτηρίωνFahrscheinautomatαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- αυτόματο μηχάνημαουδέτερο | Neutrum, sächlich n πώλησηςVerkaufsautomatαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- αυτόματο ποτιστήριουδέτερο | Neutrum, sächlich nRasensprengerαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- αυτόματος πωλητήςαρσενικό | Maskulinum, männlich mMünzautomatαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- αυτόματος πωλητήςαρσενικό | Maskulinum, männlich m τσιγάρωνZigarettenautomatαρσενικό | Maskulinum, männlich m
nascondi gli esempimostra più esempi