„φυλή“: θηλυκό φυλή [fiˈli]θηλυκό | Femininum, weiblich f Panoramica di tutte le traduzion (Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli) Rasse, Stamm, Volk, Nation Rasseθηλυκό | Femininum, weiblich f φυλή ράτσα φυλή ράτσα Stammαρσενικό | Maskulinum, männlich m φυλή φύλο φυλή φύλο Volkουδέτερο | Neutrum, sächlich n φυλή λαός φυλή λαός Nationθηλυκό | Femininum, weiblich f φυλή έθνος φυλή έθνος