„ρυθμός“: αρσενικό ρυθμός [riθˈmos]αρσενικό | Maskulinum, männlich m Panoramica di tutte le traduzion (Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli) Rhythmus, Symmetrie, Stil Rhythmusαρσενικό | Maskulinum, männlich m ρυθμός ταχύτητα, βιολογικός μουσ ρυθμός ταχύτητα, βιολογικός μουσ Symmetrieθηλυκό | Femininum, weiblich f ρυθμός συμμετρία ρυθμός συμμετρία Stilαρσενικό | Maskulinum, männlich m ρυθμός αρχιτεκτονική | Architekturαρχιτ ρυθμός αρχιτεκτονική | Architekturαρχιτ esempi ρυθμός ανατίμησης Teuerungsrateθηλυκό | Femininum, weiblich f ρυθμός ανατίμησης ρυθμός αύξησης Zuwachsrateθηλυκό | Femininum, weiblich f ρυθμός αύξησης ρυθμός βαδίσματος Schritttempoουδέτερο | Neutrum, sächlich n ρυθμός βαδίσματος ρυθμός επιτάχυνσης αυτοκίνητο | Autoαυτοκ Beschleunigungswertαρσενικό | Maskulinum, männlich m ρυθμός επιτάχυνσης αυτοκίνητο | Autoαυτοκ ρυθμός εργασίας Arbeitsrhythmusαρσενικό | Maskulinum, männlich m Arbeitstempoουδέτερο | Neutrum, sächlich n ρυθμός εργασίας ρυθμός λήψης ηλεκτρονικός υπολογιστής | Computerη/υ Downloadrateθηλυκό | Femininum, weiblich f ρυθμός λήψης ηλεκτρονικός υπολογιστής | Computerη/υ ρυθμός μεταφοράς ηλεκτρονικός υπολογιστής | Computerη/υ Übertragungsrateθηλυκό | Femininum, weiblich f ρυθμός μεταφοράς ηλεκτρονικός υπολογιστής | Computerη/υ ρυθμός σφαλμάτων Fehlerquoteθηλυκό | Femininum, weiblich f ρυθμός σφαλμάτων ρυθμός της καθημερινότητας Alltagsrhythmusαρσενικό | Maskulinum, männlich m ρυθμός της καθημερινότητας nascondi gli esempimostra più esempi