„γυάλινος“ γυάλινος [ˈjalinos], γυάλινη, γυάλινοεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Panoramica di tutte le traduzion (Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli) Glas-, glasig, starr Glas- γυάλινος γυάλινος glasig, starr γυάλινος μάτια, βλέμμα γυάλινος μάτια, βλέμμα esempi γυάλινη θήκηθηλυκό | Femininum, weiblich f Glaskastenαρσενικό | Maskulinum, männlich m γυάλινη θήκηθηλυκό | Femininum, weiblich f γυάλινη κατασκευήθηλυκό | Femininum, weiblich f Glasbauαρσενικό | Maskulinum, männlich m γυάλινη κατασκευήθηλυκό | Femininum, weiblich f γυάλινη μπάλαθηλυκό | Femininum, weiblich f Glaskugelθηλυκό | Femininum, weiblich f γυάλινη μπάλαθηλυκό | Femininum, weiblich f γυάλινη οροφήθηλυκό | Femininum, weiblich f Glasdachουδέτερο | Neutrum, sächlich n γυάλινη οροφήθηλυκό | Femininum, weiblich f γυάλινη πρόσοψηθηλυκό | Femininum, weiblich f Fensterfrontθηλυκό | Femininum, weiblich f gläsern, Glas- γυάλινη πρόσοψηθηλυκό | Femininum, weiblich f nascondi gli esempimostra più esempi