έλλειψη
[ˈelipsi]θηλυκό | Femininum, weiblich fPanoramica di tutte le traduzion
(Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli)
- Mangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m (γενική | Genitivgen an+δοτική | +Dativ +dat)έλλειψη ατέλεια, ανυπαρξίαέλλειψη ατέλεια, ανυπαρξία
- Ellipseθηλυκό | Femininum, weiblich fέλλειψη γεωμετρία | Geometrieγεωμέλλειψη γεωμετρία | Geometrieγεωμ
esempi
- λόγω έλλειψης χρόνουaus Zeitmangel
- ελλείψειςπληθυντικός θηλυκού | Femininum Plural fpl γνώσειςBildungslückeθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη αέραLuftmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη ανεξαρτησίαςUnselbstständigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη αντικειμενικότηταςUnsachlichkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη άσκησηςBewegungsmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη γιατρώνÄrztemangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη δασκάλωνLehrermangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη δικαιωμάτωνRechtlosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη ενέργειαςEnergieknappheitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη ενθουσιασμούLustlosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη εργασίαςArbeitsmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη εργατικού δυναμικούArbeitskräftemangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη ζήτησηςAbsatzkriseθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη ινσουλίνηςInsulinmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη κατοικιώνWohnungsmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη μεθοδικότηταςRegellosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη νέας γενιάςNachwuchsmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη οξυγόνουSauerstoffmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη παιδιώνKinderarmutθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη προοπτικώνPerspektivlosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη προσωπικούPersonalmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich mUnterbesetzungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη πρωτεΐνηςEiweißmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη πρώτων υλώνRohstoffmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη σιτηρώνGetreidemangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη στόχουZiellosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη συγκέντρωσηςUnkonzentriertheitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη σχεδίουPlanlosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη τακτTaktlosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη τροφήςNahrungsmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη ύπνουSchlafdefizitουδέτερο | Neutrum, sächlich n
- έλλειψη φωτόςLichtmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη χιούμορHumorlosigkeitθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλλειψη χρημάτωνGeldmangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλλειψη χώρουRaummangelαρσενικό | Maskulinum, männlich m
nascondi gli esempimostra più esempi