„έλλειμμα“: ουδέτερο έλλειμμα [ˈelima]ουδέτερο | Neutrum, sächlich n Panoramica di tutte le traduzion (Fai clic sulla/Tocca traduzione per maggiori dettagli) Defizit, Minus Defizitουδέτερο | Neutrum, sächlich n έλλειμμα Minusουδέτερο | Neutrum, sächlich n έλλειμμα έλλειμμα esempi έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου Handelsbilanzdefizitουδέτερο | Neutrum, sächlich n έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου έλλειμμα προϋπολογισμού πολιτική | Politikπολιτ Haushaltsdefizitουδέτερο | Neutrum, sächlich n Haushaltslochουδέτερο | Neutrum, sächlich n έλλειμμα προϋπολογισμού πολιτική | Politikπολιτ